παρασκευάζουσιν

παρασκευάζουσιν
παρασκευάζω
pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)
παρασκευάζω
pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)
παρασκευάζω
pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)
παρασκευάζω
pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ξηροτριβία — ξηροτριβία, ἡ (Α) [ξηροτριβώ] εντριβή που γίνεται χωρίς τη χρήση λαδιού ή άλλου ελαιώδους υγρού, ξηρό τρίψιμο («αἱ ξηροτριβίαι στερεὰν τὴν σάρκα παρασκευάζουσιν», Γαλ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”